"Αν έχεις ένα κήπο και μια βιβλιοθήκη, έχεις όλα όσα σου χρειάζονται..." Κικέρων, 106-43 π.Χ.

"Αν έχεις ένα κήπο και μια βιβλιοθήκη, έχεις όλα όσα σου χρειάζονται..." Κικέρων, 106-43 π.Χ.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

"Εδώ δεν υπάρχει γιατί" του φιλολόγου Ζαχαρία Καραταράκη



«Εδώ δεν υπάρχει γιατί»

Του φιλολόγου Ζαχαρία Καραταράκη

«Σ΄ ένα στρατόπεδο ένας κρατούμενος που πεθαίνει από δίψα ρωτά το φρουρό, γιατί δεν υπάρχει λίγο νερό και εκείνος του απαντά: "Γιατί με ρωτάς το γιατί, εδώ δεν υπάρχει γιατί"»

Παρακολουθώντας την ανθρώπινη ιστορία πολλά απ’ όσα συμβαίνουν δεν επιδέχονται  αιτιολόγηση. Το παράλογο και επομένως το τραγικό στοιχείο αποτελεί οντολογική διάσταση του ανθρώπου. Η ύπαρξη από μόνη της σημαίνει ενοχή και συνεπιφέρει την τιμωρία και την καταστροφή. Η δικαιοσύνη του χριστιανικού Θεού όσο κι αν είναι ακατανόητη και είναι άγνωστες οι βουλές του, ωστόσο υπάρχει και τελικά θριαμβεύει. Η σταύρωση του ίδιου του Θεού που λειτουργεί ως λυτρωτής αποπλύνει την αμαρτία του ανθρώπου. 
                                                                    

Γι' αυτό και στα πλαίσια όλων των θρησκειών η τραγωδία ως είδος της ποίησης δεν υπάρχει. Για να βλαστήσει η τραγωδία και να υψωθούν σε
Η σκηνή αυτοκτονίας του Αίαντα. Ζωγράφος Εξηκίας
παραδειγματικές μορφές ο Οιδίποδας, η Αντιγόνη και ο Αίας πρέπει να αφαιρεθεί η έννοια ενός κόσμου όπου λειτουργεί η δικαιοσύνη. Να πάψει να ισχύει το γιατί. 
Αν υπάρχει το Θείο δεν παύει να είναι φθονερό, εκδικητικό και χωρίς αίσθηση της δικαιοσύνης, καταστρέφει χωρίς να λογοδοτεί. Και καταστρέφει όχι απλούς καθημερινούς ταλαίπωρους ανθρωπάκους, αλλά και υψηλές ηρωικές μορφές που απείλησαν τη θεϊκή σφαίρα, ξεπέρασαν το μέτρο διέπραξαν ύβρη. Μόνο που οδηγήθηκαν στην καταστροφή υπηρετώντας ένα ρόλο, μια ανάγκη και μόνο. Μετά την καταστροφή τους ορισμένοι συνειδητοποίησαν το σφάλμα τους. Άλλοτε είναι τελείως αθώοι αλλά βαρύνονται με μια προγονική κατάρα. 
Οιδίπους ο Μάνος Κατράκης
 Ο Οιδίποδας  αρχίζει να βλέπει, όταν τυφλώνεται. Τότε μόνο συνειδητοποιεί την ταυτότητά του, τότε μόνο αναγνωρίζει την ενοχή του. Πιασμένος στο δίκτυ της μοίρας δεν μπορεί πια να συνεχίσει τη ζωή. Είναι αποτρόπαιος. Το ίδιο και ο Αίαντας. Επιλέγει την αυτοκτονία, γιατί δεν υπάρχει πια περιθώριο να συνεχίσει να ζει σ’ έναν κόσμο που του αρνείται την τιμή και την αξιοπρέπεια. Ο Κρέοντας και η Αντιγόνη καταστρέφονται, γιατί καθένας εκπέμπει ένα μοναχικό μονόλογο. Έχουν και οι δύο συγχρόνως και δίκιο και άδικο. Θαυμάζομε το μεγαλείο τους, θρηνούμε τη μοίρα τους και μας συγκλονίζει ο έλεος, ο φόβος και η από τραγωδίας ηδονή κατά τον Αριστοτέλη. 



Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη
 Εθνική Πινακοθήκη, Νικηφόρος Λύτρας (1865)


Με διαφορετικό τρόπο, αλλά το ίδιο τραγικός και παράλογος είναι ο κόσμος του Σαίξπηρ. Πιασμένοι στα δίκτυα είναι και ο Οθέλος και ο Άμλετ και ο Λήρ. Αναμφισβήτητα τα διδάγματα από τις παραστάσεις και των αρχαίων τραγωδιών και των Σαιξπηρικών είναι πλούσια και εκατομμύρια θεατές έχουν συγκινηθεί στα θέατρα. Εκείνο που δυστυχώς δεν φαίνεται να δίδαξαν στον άνθρωπο είναι η αυτογνωσία. Είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε «σκιάς όναρ» (όνειρο ενός ίσκιου), κατά τον Πίνδαρο ή «είδωλα και κούφη σκιά» (αντικατοπτρισμοί και άδειος, κούφιος ίσκιος), κατά τον Σοφοκλή. Δεν θέλουμε να το αποδεχτούμε και ματαιοπονούμε με φρούδες (κούφιες)  ελπίδες ότι θα κατακτήσουμε το σύμπαν, θα ερμηνεύσουμε τα συναισθήματά μας και θα βρούμε τις ποσότητες των ορμονών που διεγείρουν τα συναισθήματα του έρωτα και του γονεϊκού φίλτρου, ότι τελικά θα δημιουργήσουμε έναν κόσμο ειρήνης, ισότητας, δικαιοσύνης. Τα πάντα χλευάζουν και οικτίρουν την ευπιστία μας. Την απάντηση σ' αυτό το γιατί ο θάνατος, γιατί ο πόλεμος, γιατί η εγκληματικότητα, δεν θα τη βρούμε ποτέ, επειδή δεν υπάρχει.

Σήμερα, που η αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ έχει ακυρώσει την αρχή της αιτιοκρατίας, ίσως θα έπρεπε να αποδεχτούμε έστω την επιστημονική αλήθεια. Να θεμελιώσουμε την ύπαρξή μας σε διαφορετική βάση. Να αναζητήσουμε μιαν άλλη ηθική και να απαντήσουμε επιτέλους στην μηδενιστική απαισιοδοξία της Βίβλου που διακηρύσσει ότι «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Κι αν ακόμα είμαστε σκιάς όναρ ή είδωλα και κούφη σκιά, κι αν ακόμα δεν υπάρχει γιατί σ΄ έναν κόσμο παράλογο, η ανθρώπινη ζωή έχει το μεγαλείο και την ομορφιά της. Χωρίς υποσχέσεις παραδείσων χαμένων ή μελλοντικών. Χωρίς να περιμένουμε σαν τον Ιώβ να μας δώσει ο Θεός χιλιάδες βόδια και γαϊδούρια και πρόβατα. Αξίζει να ζούμε χωρίς γιατί, αν ακουμπήσουμε σταθερά στην αποθέωση που χαρίζει ο έρωτας και η τέχνη ως απόλαυση της ομορφιάς, αλλά και η γνώση του εαυτού μας, της κοινωνίας και του κόσμου που συνεχώς θα διευρύνεται. Και ακόμα κάτι, η ενατένιση ενός μέλλοντος όπου με διαφορετικούς τρόπους καθένας θα δημιουργεί είτε φυτεύοντας ένα δένδρο ή ένα λουλούδι είτε δημιουργώντας μια νέα ερμηνευτική θεωρία είτε χτίζοντας έναν κόσμο φίλων που θα τον συνοδεύουν στη ζωή και θα τον κρατούν ζωντανό στη μνήμη τους, όταν φύγει.

Δεν είναι ανάγκη να υπάρχει πάντα ένα γιατί. Και χωρίς αυτό το θείο δώρο της ζωής είναι γοητευτικό και αξίζει να το χαιρόμαστε με γαλήνη, χωρίς απληστία,  αλαζονεία και αχαριστία.









Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

«ΓΚΙΑΚ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου


«ΓΚΙΑΚ»  του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟΥ από την Ευαγγελία Πετρουγάκη
                                                                 Παρουσίαση στις 28-9-2015
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος είναι ένας νέος, αλλά πολύ ταλαντούχος συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1983 σ’ ένα από τα Αρβανιτοχώρια της Λοκρίδας, τη Μαλεσίνα. Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα «Η αδελφότητα του πυριτίου» το 1998, σε ηλικία 15 ετών, «Ο τέταρτος ιππότης», το 2001, στα δεκαοχτώ, και τις συλλογές διηγημάτων «Μεταποίηση»(2012) και   «Γκιακ», 2014, που έχει βραβευτεί από το περιοδικό «Αναγνώστης». Το «Γκιακ» περιλαμβάνει οκτώ διηγήματα και μια Παραλογή,(δηλαδή μια έμμετρη ιστορία γραμμένη σε στίχους, και συχνά, όπως εδώ, σε δεκαπεντασύλλαβους).Η Παραλογή αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μη συνδέεται με τα πεζά κείμενα της συλλογής, τονίζει την προφορικότητα της αφήγησης κάτι που όπως νομίζω αποτελεί ένα από τους βασικούς στόχους του συγγραφέα. Εγώ τουλάχιστον εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι ο Παπαμάρκος, παρά το  νεαρόν της ηλικίας του, έχει αφομοιώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και έχει αξιοποιήσει τόσο επιτυχημένα το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου του. Διαβάζοντας όμως τους πρώτους στίχους της Παραλογής κατάλαβα ποια είναι η γάργαρη πηγή που αρδεύει  το έργο του και την έμπνευσή του.
«Τ’ απόβραδα που η νυχτιά σκόρπιζε στρατολάτες
 κι όλοι ταχιά μαζεύονταν στα σπίτια για να πάνε
να μην τους πιάσει η σκοτεινιά να μην τους πιάσει η νύχτα
κι όξω από τόπο σίγουρο τους βρει η κακιά η ώρα
έτρεχα δίπλα στη φωτιά δίπλα στο καντηλέρι
στ’ άγιο το φως να κουρνιαστώ να φάγω το φαί  μου.
Έπαιρνε ο πάππος το θρονί και κάθονταν κοντά μου
κι έλεγε και μουρμούριζε στην ξένη τη λαλιά του
για ιστορίες και θάματα που ζησε στα μικράτα».
Ο ίδιος σε μια συνέντευξή του λέει «η σχέση του με τον δεκαπεντασύλλαβο είναι τόσο βαθιά βιωματική που είναι σχεδόν σα να γράφω πεζό». Πράγματι και στα διηγήματά του ο λόγος είναι σα να βγαίνει από τα έγκατα του δεκαπεντασύλλαβου κι από την παράδοση των παραμυθιών των μύθων και των θρύλων.    
  Στο Γκιακ ακούμε την ομιλούμενη γλώσσα της επαρχίας της Λοκρίδας εμπλουτισμένη με αρβανίτικες φράσεις. Η ρεαλιστική ατμόσφαιρα των διηγημάτων, δεν προέρχεται τόσο από  την ιστορία, όσο από την ίδια τη γλώσσα. Οι ήρωες, που αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τις ιστορίες, είναι όλοι μέτοχοι μιας κοινής εμπειρίας. Πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και ήρθαν αντιμέτωποι με τα πιο βίαια ένστικτά τους.  Άλλο κοινό στοιχείο είναι  η αρβανίτικη  καταγωγή τους. Ο Παπαμάρκος παρουσιάζει καθημερινούς ανθρώπους που ζουν στα χωριά τους  και έχουν το δικό του εθιμικό δίκαιο, τους δικούς τους κανόνες, το κανούν, όπως λένε που ρυθμίζει τη συμπεριφορά τους, μέσα στην μικροκοινωνία τους και στον συγγενικό τους κύκλο. Σε κάποια διηγήματα θίγεται το θέμα της εκδίκησης. Οι ήρωες υπακούουν στον αρβανίτικο κανόνα, την υποχρέωση για εκδίκηση, για αίμα.  Γκιακ στα αρβανίτικα σημαίνει το αίμα, τη συγγένεια εξ αίματος, την κοινή καταγωγή, τη φυλή, αλλά και την βεντέτα, την εκδίκηση.  Όλοι τους ,εκτός από την ηρωίδα της Παραλογής, είναι άντρες, που ο πόλεμος μετατρέπει σε βάρβαρους, σε εγκληματίες πολέμου, σε ανθρώπους που δεν χωρούν πλέον σε καμιά κοινωνία, αν δεν κάνουν συμβιβασμούς, αν δεν κρύψουν, αν δεν αποσιωπήσουν τα όσα φοβερά διέπραξαν. Ήρωες που επιστρέφουν στην παλιά τους ζωή αλλαγμένοι, ξένοι ακόμα  και για τις οικογένειές τους, όπως ο Αργύρης Δέδες, στο διήγημα «Νόκερ». «Μου λέει, έπειτα από κείνο το βράδυ, ακόμα και μες στο δικό μ’ το σπίτ’ ήμανε σα λεπρός. Πως να γινόταν δύναμη κάθε φορά π’ ακούμπαγα κάτι να το πλιένανε. Και το χειρότερο ήταν  το πώς με κοιτάγανε. Με φόβο. Το συλλογιέσαι ντιπ; Να σε βλέπ’ και να σε φοβάται η μάνα σ’ κι ο πατέρας σ’;» «..έρχετ’ ο πατέρα μ’ από κοντά κι ουδέ να μ’ ακουμπήσει, μόνο στέκει στο ένα μέτρο και μου λέει, Αργύρη, πόσο αίμα αθώων έχεις χύσει παιδάκι μ’; Τότες  σα να μ’ ακούμπησε ο Άγιος στον ώμο έγινε μέσα μου μπουνάτσα και γυρνάω και του λέω, γι’ αυτό είναι το αίμα πατέρα. Για να χύνεται».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον τρόπο των επινοημένων μαρτυριών, που συναντούμε και σε άλλους συγγραφείς, όπως ο Θ. Βαλτινός (Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, Ορθοκωστά κ.ά.).  Και το γεγονός πως όλα μοιάζουν αληθινά, κι αυτό οφείλεται στην αλήθεια της γλώσσας με την οποία λέγονται. Δηλαδή δεν παραθέτει ρεαλιστικές μαρτυρίες, αλλά διηγείται με ρεαλισμό. Σε μια  γλώσσα ζωντανή ,προφορική που δίνει την ευρύτερη διάσταση του χρόνου και του χώρου. Από τα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας ως τη Μ. Ασία και την Αμερική, από το 1922 ως την μεταπολεμική Ελλάδα . Οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να συμβούν οπουδήποτε, οποτεδήποτε.  Η Μικρασιατική εκστρατεία χρησιμοποιείται μόνο ως φόντο στα περισσότερα διηγήματα. Δεν αναφέρονται μάχες  ή οι συνέπειες της ήττας (εκτός από το διήγημα «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε»).  Ο Παπαμάρκος αποφεύγει τη μαρτυρία και την καταγραφή των γεγονότων, όπως συμβαίνει σε άλλα έργα, με θέμα τον Μικρασιατικό πόλεμο. Αποστασιοποιείται και αφήνει τους πρωταγωνιστές να μιλήσουν χωρίς μεσολάβηση ή κάποια ερμηνεία από τον συγγραφέα. Έτσι δίνει οικουμενικότητα  στο θέμα του, στον πόλεμο και τα δεινά του, στο φαύλο κύκλο της βίας.
Στο ερώτημα πώς επέλεξε το θέμα και το ιστορικό πλαίσιο των διηγημάτων του απαντά ο ίδιος. «Τυχαία. Για τις ανάγκες του διδακτορικού μου (Ξένοι στρατιώτες και ντόπιοι στις ελληνιστικές πόλεις της Μ. Ασίας) ταξίδεψα  στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού βρέθηκα σε μέρη που θυμόμουν από τις αφηγήσεις συγχωριανών μου απ’ τη Μαλεσίνα, που είχαν πολεμήσει στη μικρασιατική εκστρατεία. Αφηγήσεις που περνούσαν από τους παλιότερους στους μεταγενέστερους. Έτσι, όταν βρέθηκα στα μέρη αυτά, βγήκαν στην επιφάνεια τα ακούσματα εκείνα και έγραψα το πρώτο διήγημα «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί».   
Μπορεί η θεματολογία και η γλώσσα να πηγάζουν από τη δεκαετία του 1920, αλλά η οπτική και οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος είναι μοντέρνες. Σε τρία διηγήματα, στο «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί», «Νόκερ», «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε» υπάρχει παρένθετος αφηγητής, που μεταφέρει σε κάποιο γνωστό, τα όσα  του είχε εμπιστευτεί ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, αλλά χωρίς  ο αφηγητής να μπαίνει στο περιθώριο της αφήγησης. Ειδικά στο «Νόκερ», ο παρένθετος αφηγητής, ο νεαρός που ξενιτεύεται για να βρει δουλειά στην Αμερική καταθέτει και τη δική του ιστορία και παρουσιάζεται ως ζωντανός χαρακτήρας.
Ο Παπαμάρκος αποδομεί τα κυρίαρχα εθνικά στερεότυπα. Οι Έλληνες στρατιώτες δεν ήταν μόνο αθώα θύματα. Ήταν και φοβεροί θύτες που συναγωνίζονταν σε αγριότητα τις θηριωδίες των Τούρκων.  Σκότωσαν για να κάνουν το κέφι τους, όπως ο μπάρμπα Κώτσος ή από συνήθεια, όπως ο νόκερ Αργύρης. Αφού το αίμα είναι για να χύνεται. Κυνικές ομολογίες  χωρίς καμιά μετάνοια που  να επιδιώκει τη συγχώρεση. «Είπα αφού τα αίματα έμαθες Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι».  Κάποιες ομοιότητες  με τον εθισμένο στο αίμα νόκερ, βρίσκουμε στο διήγημα του Βουτυρά «Ο θρήνος των βοδιών».
   Το «Γκιακ» του Δημ. Παπαμάρκου μας θέτει μπροστά σε σκληρά ερωτήματα και προβληματισμούς.  Είναι άραγε ο πόλεμος που μετατρέπει τους ανθρώπους σε κτήνη ή συμβαίνει μόνο όταν προϋπάρχει  στην ψυχή η ροπή προς το κακό  και τη διαστροφή; Μπορούν οι συνθήκες να μετατρέψουν τον καθένα μας σε βασανιστή και αιμοσταγή δολοφόνο ακόμη και αθώων παιδιών; Στο εξαιρετικό διήγημα πάντως «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε», ο φόνος και ο βιασμός της κοπέλας, γίνεται  πριν από τον πόλεμο.(σ. 15).  Ο τίτλος του διηγήματος είναι στίχος αρβανίτικου τραγουδιού. (Θα σου κόψω τις κοτσίδες). Ένα ερωτικό τραγούδι, που εμπεριέχει την απειλή και την ταπείνωση. Θα σου κόψω τις κοτσίδες, που σημαίνει θα σε  ακυρώσω ως γυναίκα, για να μη σε ποθώ τόσο. Το ίδιο θέμα τίθεται στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» ( ο φόνος της Κερκέζας από τον Καπετάν Μιχάλη). Η Ελένη Βακαλό λέει σ’ ένα ποίημά της «Και δαίμονας και άγγελος έτσι γεννιέσαι. Να είσαι άνθρωπος το μαθαίνεις». Αν πάντως πολιτισμός είναι και η χαλιναγώγηση των ενστίκτων, τότε πρέπει να παραδεχθούμε πως είμαστε ακόμη πρωτόγονοι.
Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να επισημάνουμε είναι ότι όλοι σχεδόν οι ήρωες παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως τα θύματα μιας προσβολής η μιας κατάφωρης αδικίας που τους έγινε και δεν βρήκαν τη δικαίωση παρά μόνον όταν επέστρεψαν από το Μικρασιατικό μέτωπο (Φόνος και βιασμός της αδερφής, η αθέτηση του αρραβώνα και οι δολοπλοκίες για να βγει από τη μέση ο γαμπρός κ. α.). Αλλά στη Μ. Ασία διαπράττουν όμοιες φρικαλεότητες, μ’ αυτές  που υπέστησαν ή ακόμα χειρότερες, χωρίς να σκέφτονται ότι επαναλαμβάνουν την ατιμία που υπέστησαν. Το γκιακ, ο κώδικας τιμής και οι αξίες τους ισχύουν μόνο στο μικρόκοσμο του χωριού τους. Μόλις απομακρύνονται αυτό δεν ισχύει. Σκοτώνουν, βιάζουν, προσβάλλουν, χωρίς κανένα δισταγμό. Ο αφηγητής στο πρώτο διήγημα αναφέρει «Αλλά πάλι σάμπως δεν έκανα κι εγώ; Το μόνο που δεν πείραξα γυναίκα, κι όχι επειδής δεν το σκεφτόμανε, αλλά να, κάθε φορά μου ‘ρχόταν στο μυαλό η αδερφή μ’ και δεν μπόραγα» (σ.17). Ο Παπαμάρκος τονίζει εκτός των άλλων, την εσωστρέφεια και τις αντιφάσεις της αρβανίτικης κοινωνίας. (Βλ. Ντο τ’ α πρες .κοτσίδετε και  Σα βγαίνει ο Χότζας στο Τζαμί).
 Τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής κατά τη γνώμη μου είναι το πρώτο «Ντο τ’ α πρες κοτσίδετε» και το τελευταίο «Νόκερ», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα δεν είναι επιτυχημένα. Είναι τόσο κυνικές οι ομολογίες, τόσο σκληρές οι περιγραφές τόσο σοκαριστικές οι αλήθειες που λέγονται ιδιαίτερα στο «Νόκερ» που δύσκολα αντέχονται.( Απλά εδώ με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ κι είν’ έτσι στ’ αυτιά πιο ωραίο). Σκέφτομαι διαβάζοντας τα συγκεκριμένα διηγήματα, πως δεν πρέπει να μιλάμε για κτηνώδη ένστικτα. Αδικούμε τα κτήνη. Εκείνα  δεν εφευρίσκουν τρόπους να βασανίσουν τα θύματά τους. Σκοτώνουν για να επιβιώσουν. Ο Πρίμο Λέβι (Ιταλοεβραίος συγγραφέας που επέζησε από το Άουσβιτς ) λεει «είναι παράλογο πόσο παράλογα κακός είναι ο άνθρωπος»). Ίσως γιατί, όπως λέει η Ελένη Βακαλό  σ’ ένα ποίημά της «Και δαίμονας και άγγελος έτσι γεννιέσαι. Να είσαι άνθρωπος το μαθαίνεις».
    Εν τέλει μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και ξεχωριστό βιβλίο,  με το οποίο ο συγγραφέας κατορθώνει να προβληματίσει σχετικά με τη φύση της βίας και την παράνοια του πολέμου , χωρίς διδακτικά κλισέ και ηθικολογίες. Δεν καταδικάζει ούτε αθωώνει κανένα. Αλλά εκείνο που πραγματικά το κάνει να ξεχωρίζει είναι οι σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές, η προφορικότητα της αφήγησης, η εξαιρετικά δουλεμένη γλώσσα, που  δεν οδηγεί στην καταγραφή ηθών και εθίμων, αλλά μεταδίδει εμπειρίες καθημερινών ανθρώπων που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή τους, αλλά και τη ζωή των γύρω τους.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Aύγουστος Κορτώ, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ , 
Μυθιστόρημα, 16η έκδοση, από τις εκδόσεις Πατάκη, 2013.
Παρουσίαση από την Νινέτα Παπαδομανωλάκη


Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς την περιπέτεια της ζωής ενός νεκρού. Είναι όμως πρωτόγνωρο, την ιστορία αυτή να αφηγείται ο ίδιος ο νεκρός, όχι εν ζωή, αλλά μετά θάνατον.
Όταν αφηγείται κάποιος γεγονότα τα οποία ισχυρίζεται πως είναι πέρα για πέρα αληθινά, όταν αναφέρεται σε πρόσωπα υπαρκτά και αποτιμά τη θετική η αρνητική συμβολή τους στη ζωή του, τότε, θα επιθυμούσε ο αναγνώστης να συνομιλήσει με τον αφηγητή για να κατανοήσει τα κίνητρα και το σκοπό της αφήγησης. Ο αφηγητής όμως δεν είναι στη ζωή. Και στην πραγματικότητα, δεν αφηγήθηκε ποτέ ο ίδιος. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια εικαζόμενη εκτίμηση των σκέψεων , των απόψεων και των συναισθημάτων της νεκρής Κατερίνας, μητέρας στη ζωή του υπογράφοντος το βιβλίο, Αύγουστου Κορτώ.

Ο γιος, άρρηκτα συνδεδεμένος συναισθηματικά με τη μητέρα του, της οποίας υπήρξε είδωλο, ακόμα και μετά το θάνατό της και αφού έχει αποστασιοποιηθεί από το πένθος του, επιχειρεί να εξηγήσει στον εαυτό του τη λογική της αυτοκτονίας, προσπαθώντας να στοιχειοθετήσει τους λόγους και τις καταστάσεις των οποίων αποτέλεσε φυσική συνέπεια.
Διότι, αν ο συγγραφέας αποδείξει στον εαυτό του πρώτα και κατόπιν στο κοινό του, ότι οι συνθήκες και η αυτοχειρία είχαν τη σχέση αιτίου- αιτιατού, τότε ελπίζει να καταφέρει να απενοχοποιηθεί ο ίδιος, να αποτινάξει το βάρος των τύψεων, απαντώντας στα ως τώρα αναπάντητα ερωτηματικά.
Μυστικά και ψέματα βαραίνουν λίγο πολύ όλες τις οικογένειες. Είναι πάρα πολλά τα σπίτια που δονούνται από προβλήματα συμπεριφοράς και καταστάσεις που αγγίζουν τα όρια της παθολογίας. Είναι κι εκείνες οι οικογένειες που η κληρονομικότητα ή το περιβάλλον ή το κάρμα ή μια τύχη κακή, τις φέρνει στα όρια και τις ωθεί να τα υπερβούν, ξεπερνώντας κάθε κατεστημένη λογική και ανατινάζοντας την ομαλή συμβίωση των μελών τους.

Ένας ασθενεί, μέσα στο σπίτι, όλοι ασθενούν. Σε κάθε περίπτωση, ο αδύναμος κρίκος είναι το παιδί. Και τι γίνεται όταν ένα παιδί σημαδεύεται ανεξίτηλα από πράξεις και παραλείψεις των γονιών του, εκούσιες ή ακούσιες; Το πρώτο που διαταράσσεται, η ψυχική του ισορροπία. Θα κατορθώσει να επιβιώσει, να διαγνώσει τις περιρρέουσες νοσηρότητες, να αποστασιοποιηθεί, να παρακάμψει, να κάνει το προσωπικό του άλμα; Δύσκολο έως ακατόρθωτο. Ο Αύγουστος Κορτώ δεν το κατάφερε στη νεαρή του ηλικία, παρόλη την επίγνωση. Το επιχειρεί τώρα!

Σε συνέντευξή του εξηγεί την ψυχοπαθολογία της Κατερίνας, αλλά και τη δική του, ενώ σε άλλη συνέντευξή του εξηγεί για ποιο λόγο, θέλοντας να αποτινάξει το παρελθόν του, αποφάσισε στα 18 του χρόνια να εισάγει ψευδώνυμο στη λογοτεχνική του παρουσία.

Κι έρχομαι στο μυθιστόρημα. 
Το γενεαλογικό δένδρο και των δύο γονέων του συγγραφέα αναλύεται διεξοδικά. Πολυπρόσωπη η μητρική ρίζα. Στην πλευρά του πατέρα , τα πράγματα είναι απλούστερα. Τριμελής μόλις η οικογένεια. Πέντε αδέλφια είχε η Κατερίνα, οι χαρακτήρες των οποίων περιγράφονται εξαντλητικά. Η διήγηση διανθίζεται από πολλά στιγμιότυπα και γεγονότα που σκοπό τους έχουν να καταδείξουν τις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων καθώς και τις επιδράσεις του καθενός, θετικές η αρνητικές, πάνω στον ψυχισμό της κεντρικής ηρωίδας.

Η ίδια, κάποιους αγαπά παθολογικά και κάποιους άλλους αγαπά να μισεί.Δεν μένει αδιάφορη σε κανένα ερέθισμα του περιβάλλοντος, ούσα συναισθηματικά πολύ ευάλωτη και ερμηνεύει τις συμπεριφορές των γονέων, των αδελφών και των λοιπών συγγενών της με γνώμονα τη δική της εύθραυστη ψυχοσύνθεση. Δεν συγχωρεί ούτε τις ζαβολιές ούτε τα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας. Τα κουβαλάει μέσα της, μια ζωή. Αυτό δε βοηθά καθόλου στο να δομηθεί μια προσωπικότητα με αυτοτέλεια, ευθυκρισία και προπάντων αυτοεκτίμηση.
Τα βιολογικά αίτια της ψύχωσης που βασανίζει από τα πολύ νεανικά της χρόνια την Κατερίνα, δε βρίσκουν υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον ώστε να οδηγηθούν πιθανώς σε ύφεση, αντιθέτως, πυροδοτούνται από εντάσεις και συγκρούσεις οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες δεν θα οδηγούσαν άτομα και οικογένειες σε παθολογικές αντιδράσεις. Όμως, επειδή κάθε άλλο παρά για μια μέση φυσιολογική οικογένεια μιλάμε, το περιβάλλον πυροδοτεί το κληρονομικό υπόβαθρο της ασθένειας και οι εκρήξεις εμφανίζονται αλλεπάλληλες, επικίνδυνες, μη διαχειρίσιμες.

Υπό συνθήκες, η ψυχωσική, σχιζοφρενής ασθενής, μπορεί να προξενήσει βλάβη στον εαυτό της και στο περιβάλλον της. Η Κατερίνα είναι μια ευαίσθητη, μορφωμένη, καλλιεργημένη, ευφυής γυναίκα. Έχει απόλυτη  επίγνωση της θέσης  και της κατάστασής της.
Αποδρά από τα δυσάρεστα δεσμά της πατρικής οικογένειας και παντρεύεται τον καλόγνωμο Τάσο. Αγαπά τον άντρα της κι εκείνος την αγαπά και τη φροντίζει. Μέσα σε κλίμα οικογενειακής ασφάλειας και ισορροπίας, η αρρώστια φαίνεται να τη λησμονεί.
Γεννιέται το πρώτο και μοναδικό παιδί. Αγόρι. Ο Πέτρος. 
Ο Πέτρος γίνεται αποδέκτης λατρείας, αφοσίωσης, μα και η σανίδα σωτηρίας της μάνας. Το σωσίβιο στο τρικυμισμένο της μυαλό. Το κίνητρο για να ζήσει. Τον ανατρέφει με μια καταστροφική και για τους δυο τους αγάπη, απομονώνοντάς τον από το περιβάλλον. Ο μικρός είναι ευαίσθητος, ευφυής, μαθαίνει γρήγορα, εκπαιδεύεται για ανταποκριθεί στις προσδοκίες της μάνας, όπως λέει ο ίδιος αργότερα σε συνέντευξή του.

Όμως η νηνεμία δεν διαρκεί για πολύ. Η δεύτερη εγκυμοσύνη, καθώς προχωρεί, ποιος ξέρει τι διαταραχές προκαλεί στο ορμονικό σύστημα της δύστυχης Κατερίνας . Η απόπειρα αυτοκτονίας, από την οποία η μάνα επιβιώνει, το έμβρυο όμως, ένα σχηματισμένο κοριτσάκι, όχι, θα αποτελέσει την αρχή του τέλους. Η επιζήσασα θα περάσει την υπόλοιπη βραχεία ζωή της κυνηγημένη από τις Ερινύες της. Σε αυτό το τραγικό γεγονός θα αποδώσει τις μελλοντικές αλλεπάλληλες εκρήξεις της αρρώστιας της και το βίαιο κατρακύλισμα  της λογικής και του συναισθήματός της.
Εκδηλώνει ψυχωσικά επεισόδια, νοσηλεύεται, επανέρχεται για λίγο στην κανονικότητα και πάλι υποτροπιάζει. Στο τέλος, κουρασμένη, κατάκοπη από την ασθένεια που δεν μπορεί να διαχειριστεί, αποφασίζει πλέον, σε πλήρη καταλογισμό και με ψυχρή λογική, ένα προμελετημένο τέλος.
Το κάνει, για να λυτρώσει τον πολυαγαπημένο της γιο. Αυτό τουλάχιστον πιστεύει εκείνος, στην προσπάθειά του να τη συγχωρήσει. Το εξομολογείται αφοπλιστικά σε συνέντευξή του.

Ο Αύγουστος Κορτώ δεν χρειαζόταν να γράψει «το βιβλίο της Κατερίνας» για να γίνει «rich and famous». Είναι πολυγραφότατος , πολυδιαβασμένος , με ιδιόρρυθμο λόγο, ταλαντούχος, πολύ, γνωστός και για το αξιόλογο μεταφραστικό του έργο.
Για την προσωπική του βαριά κατάθλιψη, για τους εθισμούς του, για το σεξουαλικό του προσανατολισμό, έχει χυθεί πολύ μελάνι. Διαθέτει φανατικούς φίλους και φανατικότερους εχθρούς. Προκαλεί και ο ίδιος, σαρκάζοντας πρώτα τον εαυτό του με ένα ανελέητα σκληρό χιούμορ. Δε φοβάται να εκτεθεί. Παντρεύτηκε ομόφυλό του, σε Πολιτεία της Αμερικής έγινε ο γάμος, με το εκεί νομοθετικό πλαίσιο. Διαλαλεί παντού και πάντα την αγάπη και την αφοσίωσή του στο σύζυγό του, το «κουτάβι», όπως τον αποκαλεί. Επιθυμούν να προβούν σε υιοθεσία, διότι θέλουν να αναθρέψουν ένα παιδί και να δημιουργήσουν μια κανονική οικογένεια. Το νομοθετικό πλαίσιο, ασφαλώς δεν είναι καθόλου ευνοϊκό στην Ελλάδα ως προς αυτά τα ζητήματα. Γι’ αυτό, ο Αύγουστος μάχεται με κάθε μέσον για το δικαίωμά του στη διαφορετικότητα.    
  Θεωρώ ότι άλλοτε μάχεται κομψά, άλλοτε όχι ! Αναμφισβήτητα, είναι ένας συγγραφέας αταξινόμητος. Και του σαλονιού και του λιμανιού.
Μοιράζεται την προσωπική του ζωή με χιλιάδες διαδικτυακούς φίλους, κονταρομαχεί με Τατσόπουλο και Χειμωνά, επισκέπτεται τακτικότατα τον ψυχίατρό του, λαμβάνει με θρησκευτική ευλάβεια τα αντικαταθλιπτικά και τις βενζοδιαζεπίνες του, λατρεύει τη σοκολάτα. Αν όλα αυτά είναι μια ευφυέστατη αναμέτρηση με τη δημοσιότητα, τότε την έχει κατακτήσει!
 Όσο για τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, εγώ δεν είμαι η αρμόδια για να την αποτιμήσω. Θα με διαφωτίσουν ως προς αυτήν οι εξ' υμών φιλόλογοι και συγγραφείς. 
  Ως απλή αναγνώστρια, έχω να καταθέσω ότι το κείμενο του Κορτώ ρέει , ξεδιπλώνοντας τη δεξιότητά του στη γραφή, με αμεσότητα, ειλικρίνεια και μεγάλη ευελιξία στο χειρισμό της γλώσσας. Ίσως με ενόχλησαν κάποιες βωμολοχίες, ίσως όμως και να ήταν απολύτως απαραίτητες, για να αποτυπωθεί ρεαλιστικά η ατμόσφαιρα.

Δεν με έκανε να κλάψω, δεν με συγκλόνισε, ίσως επειδή γνώριζα την πλοκή από προδημοσιεύσεις και υπερβολική δημοσιότητα προ της εκδόσεως. Με προβλημάτισε όμως και μου δημιούργησε αισθήματα σεβασμού και εκτίμησης για το συγγραφέα, ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιβίωσε και εξακολουθεί να επιβιώνει, αγωνιζόμενος για ένα καλύτερο προσωπικό και κοινωνικό μέλλον.